διατελής

διατελ-ής, ές,
A continuous, incessant,

βρονταί S.OC 1514

; ever-flowing,

ὕδατα Ael.VH13.1

; permanent,

τυραννίδες Pl.R. 618a

; perpetual,

ἀρετή IG7.2509

([place name] Thebes). (διὰ τέλους serves as the Adv.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατελής — διατελής, ές (Α) 1. αδιάκοπος, συνεχής («διατελεῑς βρονταί») 2. διαρκής, μόνιμος («τυραννίδες διατελεῑς») 3. αιώνιος («ἀρετὴ διατελής»). [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + τελής < τέλος*] …   Dictionary of Greek

  • διατελῇς — διατελέω bring quite to an end pres subj act 2nd sg διατελέω bring quite to an end pres subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατελῆ — διατελής continuous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διατελής continuous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διατελής continuous masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατελέστερα — διατελής continuous neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατελέως — διατελής continuous adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατελεῖ — διατελέω bring quite to an end pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) διατελέω bring quite to an end pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) διατελέω bring quite to an end fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) διατελέω bring quite …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατελεῖς — διατελέω bring quite to an end pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) διατελέω bring quite to an end fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) διατελέω bring quite to an end pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) διατελής continuous …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατελώ — (AM διατελῶ, έω) [διατελής] βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση νεοελλ. 1. (ευγενική κατάληξη επιστολής) («διατελώ μετά τιμής, μεθ υπολήψεως») 2. φρ. «διατελῶ ὑπό τινα» είμαι κάτω από την εξουσία κάποιου αρχ. 1. περατώνω, εκπληρώνω 2. εξακολουθώ να… …   Dictionary of Greek

  • τέλος — το, ΝΜΑ 1. η ολοκλήρωση, η τελείωση ενός πράγματος, το έσχατο όριο του στον χώρο και στον χρόνο, αποπεράτωση, πέρας (α. «το τέλος τού δρόμου» β. «το τέλος τής προσπάθειας» γ. «τέλος τής εβδομάδας» δ. «μὴ πρότερόν τι πάθῇς, πρὶν τέλος ἐπιθεῑναι… …   Dictionary of Greek

  • διατελῶν — διατελέω bring quite to an end pres part act masc nom sg (attic epic doric) διατελέω bring quite to an end fut part act masc nom sg (attic epic doric) διατελέω bring quite to an end pres part act masc nom sg (attic epic doric) διατελής continuous …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.